30.8.15

ΠΑΜΟΥΚΚΑΛΕ -PAMUKKALE

Το Παμούκαλε, ένα από τα πιο δημοφιλή τουριστικά αξιοθέατα της Τουρκίας, βρίσκεται στην κοιλάδα του ποταμού Μαιάνδρου (Menderes), περίπου 20 χλμ. βορειοανατολικά της πόλης Denizli και σε απόσταση 215 χλμ. ανατολικά της αιγαιοπελαγίτικης ακτογραμμής. Δίπλα ακριβώς στις κάτασπρες αναβαθμίδες του Παμούκαλε βρίσκεται ο αρχαιολογικός χώρος της Ιεραπόλεως, η οποία ιδρύθηκε τον 2ο π.Χ. αιώνα από τον βασιλιά της Περγάμου Ευμένη Β'.





 Σε ένα θαυμαστό καπρίτσιο της τοπικής φύσης οφείλεται η δημιουργία του Παμούκαλε, όπου μια ολόκληρη πλαγιά ενός λόφου παρουσιάζεται ντυμένη στα λευκά. Οχι φυσικά από χιόνι, αλλά από τη μακροχρόνια εναπόθεση των ασβεστούχων αλάτων που περιέχονται στις θερμές ιαματικές πηγές της περιοχής. Μια φυσική διαδικασία αιώνων, που είχε ως συνέπεια να σχηματιστεί ένα πάλλευκο σκηνικό, με πρωταγωνιστικά στοιχεία μικρούς καταρράχτες και αβαθείς φυσικές δεξαμενές, που μοιάζουν με λευκές πισίνες τοποθετημένες σε ανισόπεδα επίπεδα. Αυτό το εξωπραγματικό θέαμα οδήγησε τους Τούρκους να προσδώσουν στη συγκεκριμένη περιοχή την ονομασία Παμούκαλε (που σημαίνει ετυμολογικά «Φρούριο από βαμβάκι») και την UNESCO να εντάξει το 1988 το Παμούκαλε στη λίστα των Μνημείων της Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς.




 Τους καλοκαιρινούς μήνες, η καλύτερη ώρα για επίσκεψη στις λευκές δεξαμενές είναι το απόγεμα, όταν οι τουρίστες είναι λιγότεροι και ο ήλιος δεν καίει. Κατά την περιήγηση στο Παμούκαλε περπατήστε ξυπόλυτοι πάνω στο κάτασπρο χαλί της φύσης και χαλαρώστε πλατσουρίζοντας τα πόδια σας μέσα στις ρηχές γούρνες με τα ανοιχτογάλανα νερά (το μπάνιο απαγορεύεται).
Το νερό που ρέει, αν και χάνει γρήγορα την αρχική του θερμοκρασία, παραμένει ωστόσο αρκετά ζεστό και απολαυστικό. Τα τελευταία, όμως, χρόνια το νερό που αναβλύζει από τις πηγές όλο και λιγοστεύει - αρκετές δεξαμενές είναι πλέον άδειες.




 
 Η ίδρυση της Ιεραπόλεως αποτελεί μια σαφή ένδειξη ότι από την αρχαιότητα ήταν ήδη γνωστές οι θεραπευτικές ιδιότητες των ιαματικών νερών του Παμούκαλε, του αρχαιότερου γνωστού σπα στον κόσμο. Και όσον αφορά την επιλογή της ονομασίας (Ιεράπολις), μάλλον οφείλεται στην ιερότητα που απέδιδαν στις συγκεκριμένες πηγές οι αρχαίοι.
Σύμφωνα με τους επιστήμονες, οι πάλλευκοι ασβεστολιθικοί σχηματισμοί του Παμούκαλε έχουν δημιουργηθεί από τα πλούσια σε όξινο ανθρακικό ασβέστιο νερά των θερμών πηγών που αναβλύζουν από το έδαφος (η θερμοκρασία τους κυμαίνεται περίπου στους 35ο C).
Καθώς το ζεστό νερό περνά μέσα από τα ασβεστολιθικά πετρώματα, εμπλουτίζεται με μεταλλικά στοιχεία, τα οποία στη συνέχεια ψύχονται στην επιφάνεια του εδάφους και αποτίθενται με τη μορφή λευκού μαρμάρου (τραβερνίτη). Αυτό έχει ως αποτέλεσμα τη δημιουργία φυσικών δεξαμενών σε εκπληκτικά σχήματα, που θυμίζουν πέταλα λουλουδιών ή κελύφη στρειδιών.
Ετσι στη διάρκεια των αιώνων σχηματίστηκαν οριζόντιες αναβαθμίδες (μήκους 2,7 χλμ.) με λευκούς σταλακτίτες, βάθρες και φυσικές ασβεστολιθικές δεξαμενές, που υψώνονται περίπου 160 μ. πάνω από το έδαφος. Πρόκειται για ένα συναρπαστικό θέαμα, που όμοιό του δεν υπάρχει πουθενά αλλού στον κόσμο.


Από την πόλη Denizli, που εμείς μείναμε,μεταβήκαμε στο Pamukkale με τα γνωστά μικρά λεωφορειάκια της Τουρκίας, που  κάθε τέταρτο με μισή ώρα έχουν δρομολόγιο. Το εισιτήριο είναι κάπου 5 τουρκικές λίρες η διαδρομή. Πολλοί επιλέγουν να μείνουν στα υπερπολυτελή ξενοδοχεία που είναι σε μικρή απόσταση από το Παμούκαλε, αρκετά εκ των οποίων διαθέτουν ατομικές εγκαταστάσεις για λουτροθεραπεία ή ανοιχτές πισίνες με θερμά νερά για κολύμβηση. Άλλοι πάλι επιλέγουν να μείνουν στην ομώνυμη κωμόπολη που έχει αναπτυχθεί τουριστικά με δωμάτια, εστιατόρια κλπ. Υπάρχει κι ένα μικρό χωριό λίγα χλμ μακρύτερα για τον εσωτερικό λαϊκό τουρισμό κάτι που σε μας τους παλαιότερους θυμίζει την Αιδηψό της δεκαετίας του 60-70. Τέλος σημειώνω ότι η είσοδος στον χώρο έχει εισιτήριο γύρω 2,80 ευρώ το άτομο και ο καλύτερος τρόπος για να απολαύσει κανείς την διαδρομή είναι από πάνω προς τα κάτω. Αφού περπατήσει στην Ιεράπολη θα βγάλει τα παπούτσια του και αν φορά μαγιώ και τα ρούχα του και θα κατέβει τους λόφους.

4.8.15

DENIZLI - ΝΤΕΝΙΖΛΙ

Μέρος τέταρτο

Αφήνοντας την όμορφη Φετίγιε και την επαρχία των Μούγλων (Mugla Turkey), κάνοντας μια διαδρομή με το λεωφορείο άνω των 200 χλμ, μέσα από καταπράσινα βουνά, γκρεμούς, όμορφα χωριά, που διήρκεσε με τις στάσεις γύρω στις 4 ώρες, καταλήξαμε για διανυκτέρευση στο Ντελιζλί. Το εισιτήριο κόστισε 27 τούρκικες λίρες το άτομο και ήταν το πιο ακριβό που πληρώσαμε σ' αυτό το ταξίδι. Όλη η διαδρομή ήταν σε μέρη που δύσκολα πάει τουρίστας, μέρη μακριά από τη θάλασσα, με όχι τόσο καλούς δρόμους, χωρίς ιδιαίτερα αξιοθέατα, γιαυτό και στο λεωφορείο οι συνεπιβάτες μας που ανεβοκατέβαιναν ήταν μόνο ντόπιοι. Η γραμμή Φετίγιε-Ντενιζλί δεν ήταν εξπρές, αλλά εξυπηρετούσε την επικοινωνία των χωριών και των κωμοπόλεων με αυτές τις δύο πόλεις. Περάσαμε από δύο συμπαθητικές κωμοπόλεις Acipayam και Tavas. Στην δεύτερη μάλιστα είχε και παζάρι τοπικό στο οποίο δυστυχώς δεν προλάβαμε να πάμε, η στάση ήταν σύντομη. 
Το Ντενιζλί το διαλέξαμε αφενός γιατί ήταν κοντά στο Παμούκαλε (Ιεράπολις), αφετέρου γιατί θέλαμε να δούμε μια εσωτερική μη τουριστική πόλη της Τουρκίας. Είναι πρωτεύουσα της ομώνυμης επαρχίας που ανήκει στο διαμέρισμα του Αιγαίου όπως και η επαρχία Μούγλων. Έχει πάνω από 500.000 κατοίκους.












 Στις περισσότερες τουρκικές πόλεις γίνεται παζάρι μία φορά την εβδομάδα συνήθως και όλοι οι τοπικοί παραγωγοί πωλούν εκεί την πραμάτεια τους. Αυτά τα παζάρια δεν είναι τουριστική ατραξιόν αλλά κάτι σαν τις δικές μας λαϊκές με μεγαλύτερη γκάμα προϊόντων. Στις μεγαλύτερες πόλεις υπάρχει αυτό που λέμε "σκεπαστή αγορά" δηλαδή στα εμπορικά κέντρα των πόλεων και από τις οροφές των κτιρίων έχουν σκεπάσει μεγάλο τμήμα  τους με ύφασμα "τρυπητό", που προστατεύει από τον ήλιο - αφήνοντας να περνάει το φως- και την βροχή. Εννοείται ότι σε πόλεις σαν την Κωνσταντινούπολη, τη Σμύρνη, το Μποντρούμ, τη Φετίγιε, αυτές οι σκεπαστές αγορές είναι και τουριστικές και  πολύ όμορφες.


  
Είναι αρκετά νωρίς το πρωί, πολλά καταστήματα είναι ακόμα κλειστά. Αργότερα γεμίζει κόσμο...

 

 Ενώ πάνω είναι σκεπασμένη με ύφασμα, κάτω βλέπετε μια πιο "καλαίσθητη" και μόνιμη κατασκευή







   Όπως τα δικά μας βαφτιστικά, τα αντίστοιχα του εθίμου τους για την περιτομή των αγοριών






                   







 Είναι, όπως βλέπετε,  μια συμπαθητική περιποιημένη πόλη με σταθμό τραίνου και έναν καταπληκτικό σταθμό λεωφορείων. Είναι υπόγειος και από πάνω του υπάρχει πλατεία φυτεμένη με δένδρα και λουλούδια. Στο ήμισυ περίπου της οροφής του υπογείου σταθμού υπάρχει ημιυπόγεια ανοιχτή πλατεία με καφέ, κυλιόμενες σκάλες και φυτά. Έχει και κάδους ανακύκλωσης! Στη Σάμο ακόμα δεν έχει ανακύκλωση για λάμπες εξοικονόμησης....








Από δω συνεχίσαμε το ταξίδι μας για Σελτζούκ με τρένο.


23.7.15

ΟΛΟΥΝΤΕΝΙΖ

Την ομορφιά αυτής της τυρκουάζ παραλίας της Τουρκίας , κοντά στη Φετίγιε,  δεν μπόρεσα να την αποτυπώσω στις λιγοστές φωτογραφίες που τράβηξα και  παραθέτω, γιαυτό θα αντιγράψω κάποιες που έχουν τραβηχτεί από ψηλά και υπάρχουν στο διαδίκτυο.




Kαι τώρα ... οι δικές μου φωτογραφίες


 Στην παραλία αυτή ο ουρανός είναι γεμάτος αλεξίπτωτα πλαγιάς ή παραπέντε όπως λέγονται, με δύο άτομα το καθένα που απογειώνονται από τα γύρω βουνά όπου υπάρχουν πλακόστρωτες πίστες απογείωσης! Ανήκουν σε διάφορες ιδιωτικές επιχειρήσεις που εισπράτουν αμοιβή για μια πτήση μαζί με εκπαιδευμένο άτομο. Από ότι διαπίστωσα οι περισσότεροι πελάτες είναι κορίτσια από Άπω Ανατολή που τραβούν και βίντεο με την πτήση και τη θέα της.



 Στον πλακόστρωτο διάδρομο μεταξύ παραλίας και δρόμου ή πεζόδρομου έρχονται και προσγειώνονται τα αλεξίπτωτα πλαγιάς μπροστά στους αποσβολωμένους τουρίστες. Η ακρίβεια με την οποία επιτυγχάνουν να προσγειώνονται ακριβώς εκεί που θέλουν, προϋποθέτει τεχνική που έχει αναπτυχθεί κατόπιν σκληρής προετοιμασίας. Θεαματικό κι αξιοθαύμαστο!





Εδώ είναι μια άλλη παραλία της  Φετίγιε που ονομάζεται παραλία των χελώνων, επειδή εκεί γεννούν τα αυγά τους. Βλέπετε το κλουβί που έχει τοποθετηθεί πάνω από τα αυγά για να προσέχουν οι λουόμενοι. Ομπρέλες και ξαπλώστρες υπάρχουν σε  μικρό μόνο τμήμα αυτής της παραλίας που στα τουρκικά λέγεται Iztuzu


Σ΄όλες τις παραλίες μεταβαίνει κανείς με τοπική τακτική συγκοινωνία, τα γνωστά για όσους έχουν πάει Τουρκία μικρά πουλμανάκια, που κατάλληλα διαμορφωμένα χωρούν άνετα 10-15 καθήμενους. Με αυτά υπάρχει και συχνή και φθηνή συγκοινωνία, που καθιστά άχρηστη τη χρήση ταξί, παρόλο που δεν είναι ακριβό όταν πρόκειται για 4 άτομα. 

21.7.15

Λιβίσι

Μέρος τέταρτο

Ο πιο σημαντικός λόγος που επιλέξαμε ως προορισμό τη Φετίγιε ήταν το εγκατελειμένο ελληνικό χωριό Λιβίσι, τουρκικά Kayaköy (Καγιακιόι).  Απέχει 8 χλμ από την Φετίγιε και πήγαμε με τοπικό λεωφορειάκι  (εισιτήριο  4 τουρκικές λίρες).



Το Λιβίσσι  ή επίσης Λειβίσσι και Λεβίσσι, είναι χωριό νότια της Μάκρης (Φετίγιε) στη νοτιοδυτική Τουρκία, όπου ζούσαν Έλληνες της Ανατολίας μέχρι περίπου το 1923. Το χωριό-φάντασμα, που διατηρείται πλέον ως ανοιχτό μουσείο, αποτελείται από εκατοντάδες κατοικίες και δύο εκκλησίες, οι οποίες καλύπτουν ένα μικρό μέρος καταπράσινης βουνοπλαγιάς.


Για να μπεις πληρώνεις είσοδο, οι γείτονες  ξέρουν να τα πουλάνε τα πάντα, παντού εισιτήριο!!!! 

Η περιοχή όπου βρίσκεται το Λιβίσι κατοικούνταν από τα πρώιμα αρχαϊκά χρόνια, όπως αναφέρουν αρχαίοι συγγραφείς. Κατά τη δεκαετία του 1990 μία ομάδα Γιαπωνέζων αρχαιολόγων διενέργησε ανασκαφές στο γειτονικό στο Λιβίσι νησί Gemiler Adasi (το νησί του Αγίου Νικολάου των Λιβισιανών). Το νησί αυτό ταυτίστηκε με τη Λεβισσό των Βυζαντινών πηγών. Η Λεβισσός μαρτυρείται σε Νεαρές από τον 7ο αιώνα έως και το 1120. Δεχόμενοι αυτές τις μαρτυρίες μπορούμε να πούμε ότι το Λιβίσι αποτελεί τη μετεξέλιξη- μετεγκατάσταση της βυζαντινής Λεβισσού, σε μία προσπάθεια των κατοίκων να καταφύγουν στο πιο ασφαλές εσωτερικό, σε μία θέση όπου δεν ήταν ορατός ο οικισμός από τη θάλασσα και τους πειρατές. Κατά τον Sodini αυτή η μετακίνηση προς το εσωτερικό έγινε στο 2ο μισό του 17ου αιώνα ή στις αρχές του 18ου αιώνα.
Η περιοχή άλλαξε δημογραφικά μετά το σεισμό που ισοπέδωσε την κοντινή Φετίγιε, γνωστή και ως Μάκρη, το 1851 και τη μεγάλη πυρκαγιά του 1885. Μετά τον ελληνοτουρκικό πόλεμο (1919-1922), το Λεβίσσι εγκαταλείφθηκε μετά τη συμφωνία ανταλλαγής πληθυσμών που υπογράφηκε από την ελληνική και τουρκική κυβέρνηση το 1923.



Η σπουδαιότητα του Λιβισίου ήδη από τον 19ο αιώνα για αυτή την περιοχή της νοτιοδυτικής Μικράς Ασίας φαίνεται από τους δεκάδες χάρτες στους οποίους αποτυπώθηκε. Η ανάπτυξη του οικισμού σε έναν από τους σημαντικότερους της Λυκίας έχει φυσικά σχέση με τη μετανάστευση πληθυσμών από τα ευάλωτα στους πειρατές Δωδεκάνησα, ενώ είναι γνωστές οι σχέσεις των κατοίκων με το γειτονικό Καστελόριζο έως και τον 20ο αιώνα. Οι σχέσεις του Λιβισίου και της Μάκρης με το Καστελόριζο φαίνονται και στη μουσική: δύο μοιρολόγια του Καστελόριζου έχουν ομοιότητες με αυτά της Μάκρης . Το Λιβίσι διοικητικά ανήκε στο βιλαέτι Αϊδινίου/ Σμύρνης , στο σαντζάκι Μεντεσέ και στον καζά Μάκρης. Το χωριό εκκλησιαστικά υπαγόταν στη Μητρόπολη Πισιδίας, γεγονός που οδήγησε πολλούς στο λάθος να εντάσσουν το Λιβίσι και τη Μάκρη και γεωγραφικά στην Πισιδία . Η ανάπτυξη του Λιβισίου σε έναν από τους σημαντικότερους ελληνικούς οικισμούς της νοτιοδυτικής Μικράς Ασίας φαίνεται και στις πολλές μαρτυρίες του 19ου αιώνα από ξένους, κυρίως Άγγλους, περιηγητές. Οι περιηγητές αυτοί, αν και κινήθηκαν στην περιοχή κυρίως ή αποκλειστικά με αρχαιολογικά ενδιαφέροντα, ωστόσο μέσα στα βιβλία τους μπορούμε να βρούμε ενδιαφέροντα στοιχεία για το Λιβίσι. Το 1851 το Λιβίσι και η γύρω περιοχή υπέστη μεγάλες ζημιές από καταστροφικό σεισμό. Σχετική είναι η αναφορά (ενδεικτικά) στην εγκυκλοπαίδεια ‘A Gazetteer of the World, vol. Iv, 1856, εκδότης Fullarton: «Levisi, ένα μεγάλο ελληνικό χωριό της Ασιατικής Τουρκίας, στο σαντζάκι του Mentasha, χτισμένο σε μία επικλινή πεδιάδα κοντά στην ακτή, 5 μίλια βορειοανατολικά του ακρωτηρίου Άγγιστρο και 3 χιλιόμετρα νότια/ νοτιοδυτικά της Μάκρης. Καταστράφηκε σε μεγάλο βαθμό από σεισμό το Φεβρουάριο του 1851, ο οποίος, όπως αναφέρεται, ισοπέδωσε όλα τα σπίτια του χωριού, 1500 στον αριθμό, και έθαψαν 600 κατοίκους στα ερείπια» (σελίδα 720). Η αναφορά αυτή επιβεβαιώνει τις προγενέστερες περιηγητικές μαρτυρίες και αποτελεί πολύτιμη πηγή για τη χρονολόγηση των υφιστάμενων σήμερα κτισμάτων .

Συνοικίες και ενορίες 
Το χωριό χωριζόταν σε τρεις συνοικίες- ενορίες, την πάνω γειτονιά (με την εκκλησία του Ταξιάρχη και τη βοτσαλωτή πλατεία του Στούμπου , τα καφενεία και το Αρρεναγωγείο), τη μέση γειτονιά (με την εκκλησία της Αγίας Άννας - «μέση Παναγιά» και το Παρθεναγωγείο - «κάτω σχολειό») και την κάτω γειτονιά με την Παναγία Πυργιώτισσα - «κάτω Παναγιά». Η κάτω γειτονιά θεωρούνταν από τους Λιβισιανούς του Ταξιάρχη πιο λαϊκή συνοικία και ανάλογα ήταν τα περιπαιχτικά δίστιχα: ‘Στην πάνου γειτονιάν παίζουν τα σπαθιά, στην κάτου γειτονιάν πνίουν τα γατιά’. Άλλες γειτονιές ήταν οι Άι Παρασκηυγή, Καμάρα, Ορούτζα, Αλαμά, Κουνουσάτα, Πουρτίν, Φουρνάρη, Βουνάριν, Ληά του κυρ Παλιού, Σκυλλαρούδα, Χάνιν, Βούρβουρη, Ξηρά Περιβόλια και Σταυρίν.
Οι διώξεις των κατοίκων του Λιβισίου, αλλά και της γειτονικής Μάκρης εντάσσονται στο ευρύτερο σχέδιο των Νεοτούρκων να εκκενώσουν τα πλούσια παράλια από τους Έλληνες κατοίκους τους. Οι διωγμοί στην περιοχή άρχισαν το 1914 με τον εγκλεισμό των κατοίκων στη Μάκρη. Το 1916 πολλές οικογένειες οδηγήθηκαν στο Ντενιζλί, μετά από πορεία έξι ημερών. Το 1917 άλλοι κάτοικοι οδηγήθηκαν στα χωριά Χουρουτούμ, Ατζί Παγιάμ και Στεφενή, επίσης κοντά στο Ντενιζλί. Το 1919 εξορίστηκαν οι άντρες ηλικίας 13- 70 χρόνων και το 1921 οι εναπομείναντες 480 (στο στο Ικόνιο, την Καισάρεια και τελικά – μετά από 55 ημέρες πορεία – στο Χαμητιέ της Συρίας, όπου παρέμειναν έως τον Νοέμβριο του 1922. Οι πρόσφυγες από την περιοχή της Μάκρης εγκαταστάθηκαν στην Αττική ιδρύοντας τον Δήμο Νέας Μάκρης, ενώ οι κάτοικοι από το Λιβίσι ίδρυσαν το Νέο Λειβήσι, που ανήκε στην κοινότητα Μαρκόπουλου. Επίσης Λιβισιανοί εγκαταστάθηκαν στη Βοιωτία (Αγ. Γεώργιος Άμφισσας), τη Φθιώτιδα (Ιτέα) και την Εύβοια (Φάρακλα).








Πληθυσμός

Όπως συμβαίνει σχεδόν σε όλους τους ελληνικούς οικισμούς της Μικράς Ασίας οι πληροφορίες που έχουμε για τον αριθμό των κατοίκων είναι αλληλοσυγκρουόμενες. Σχετικά με το Λιβίσι μπορούν να παρατεθούν οι πληροφορίες: του Schonborn για 2.000 κατοίκους και (του πρώτου τετάρτου του 20ου αιώνα) από τη ‘Γεωγραφία της Μικράς Ασίας’  : Έλληνες 6.000, Τούρκοι 500, από το περιοδικό του Συλλόγου ‘Ανατολή’ ‘Ξενοφάνης’: 4.500 Έλληνες, τον Κάλφογλους (4.000 Έλληνες). Ο Μουσαίος αναφέρει για τον πληθυσμό της Λυκίας: «Σήμερον τα ναυάγια των Λυκίων ανέρχονται εις δεκαεπτά περίπου χιλιάδας Γραικούς […] πέντε δε περίπου χιλιάδες οικούσι την Μάκρη και το Λειβήσιον» και αλλού «Προς Νότον της Μάκρης εις απόστασιν ωριαίαν κείται κοιλάς ευμεγέθης και εις την μεσημβρινήν αυτής πλευράν εύρηται η κωμόπολις Λειβήσιον, κατοικουμένη υπό 650- 700 περίπου οικογενειών χριστιανικών, αμιγής πάσης άλλης φυλής». Νεότεροι μελετητές δίνουν τον αριθμό των 6.500 Ελλήνων κατοίκων (Κ.Μ.Σ. «Η έξοδος», τόμος Β΄) ή 4.500 -550 οικογένειες (Σ. Αναγνωστοπούλου).
Σήμερα είναι εντελώς άδειο, εκτός από τις ομάδες τουριστών και τους επιχώριους πωλητές που πωλούν χειροτεχνήματα και αντικείμενα ξεθαμμένα από το χωριό.



Εκπαίδευση

Όπως και στην υπόλοιπη Μικρά Ασία έως και τα μέσα του 19ου αιώνα η μοναδική εκπαιδευτική προσπάθεια ήταν η διδασκαλία από ιερείς. Στο Λιβίσι τα παιδιά συγκεντρώνονταν στον νάρθηκα της εκκλησίας της Αγίας Άννας. Σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη της εκπαίδευσης στο Λιβίσι έπαιξε ο Μιχαήλ Μουσαίος, ο οποίος έμεινε στη μνήμη των Λιβισιάνων έως και μετά την Καταστροφή με το χαρακτηριστικό όνομα ‘ο δάσκαλος’. Προσπάθησε, εκτός των άλλων, να βελτιώσει τη γλώσσα των κατοίκων της περιοχής γράφοντας το ‘Βατταρισμοί ήτοι λεξιλόγιον της Λειβησιανής διαλέκτου’, πολύτιμη και σπάνια πηγή για τη Λυκία του 19ου αιώνα. Με ενέργειες του Μουσαίου ιδρύθηκε το πρώτο σχολείο το 1864 (στη θέση ‘Κουνουσάτα’). Το 1878 συγχωνεύτηκαν τα οικονομικά τριών ναών (Παναγίας Πυργιώτισσας, Αγίας Άννας και Ταξιαρχών) με σκοπό την καλύτερη διαχείριση των χρημάτων για την εκπαίδευση και ιδρύθηκε η ‘Εφορία των σχολείων και εκκλησιών’. Από τους δασκάλους που δίδαξαν στα σχολεία του Λιβισίου γνωρίζουμε τους Παυλίνο Ιωαννίδη, Α. Σπανό, Σταματιάδη , Βασίλειο Σαράφη και Κυριάκο Τσακίρη. Έως και το 1850 οι μαθητές που φοιτούσαν στα (υποτυπώδη) σχολεία του Λιβισίου έφταναν τους 20-25. Έως το 1868 είχαν αυξηθεί σε 200 μαθητές του ‘αλληλοδιδακτικού’ και σε 53 του ‘ελληνικού’ . Το 1896 οι μαθητές και των δύο σχολείων ήταν 400 . Στη δεκαετία του 1910 στο Αρρεναγωγείο οι μαθητές ήταν 420-440, οι δάσκαλοι 5 και η ετήσια δαπάνη 280 τουρκικές λίρες. Αντίστοιχα στο Παρθεναγωγείο οι μαθήτριες ήταν 240-250, οι δασκάλες 3 και η ετήσια δαπάνη 130 τουρκικές λίρες . Άλλη μαρτυρία των αρχών του 20ου αιώνα (περιοδικό ΄Ξενοφάνης’) δίνει για το Αρρεναγωγείο τον αριθμό των 398 μαθητών σε 6 τάξεις, 5 δασκάλους και ετήσια δαπάνη 270 τουρκικές λίρες. Οι δάσκαλοι του χωριού είχαν οργανωθεί στο ‘Διδασκαλικό Σύλλογο Λιβίσίου’, όπως μαρτυρούν έγγραφα/ κώδικες του 1907.
Τα έξοδα της εκπαίδευσης καλύπτονταν με πολλούς και ποικίλους τρόπους: Με δωρεές , με δίδακτρα , με φορολογία της προίκας με 2%, με αφιερώματα από τις εκκλησίες, από ενοικίαση κοινοτικών κτημάτων και κτισμάτων, από πρόστιμα για όσους παραβίαζαν τις κοινοτικές αποφάσεις. Σημαντική ήταν η προσφορά του Χατζή Νικόλαου Λουιζίδη, ο οποίος απέκτησε σημαντική περιουσία από τα ορυχεία χρωμίου. Βοήθησε στην κατασκευή Αστικής Σχολής στη Μάκρη, επισκεύασε το παλιό σχολείο και ίδρυσε το 1886 σχολείο στο λόφο του Αγίου Γεωργίου. Επίσης χορήγησε υποτροφίες σε δασκάλους και δασκάλες για σπουδές στην Αθήνα. Ανάλογη ήταν η γενναιοδωρία του και προς την Τουρκική και Εβραϊκή κοινότητα της Μάκρης. Αξιόλογη επίσης ήταν η προσφορά του Βασίλειου Βασιλειάδη με την αγορά οικίας και τη μετασκευή της σε Παρθεναγωγείο και τη χορήγηση 300 φράγκων για μισθούς δασκάλων . Η τελευταία χρονολογικά πληροφορία που έχουμε προέρχεται από τη Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού. Στο χάρτη που συνοδεύει την «Επίτομη Ιστορία της Μικρασιατικής εκστρατείας» της Διεύθυνσης Ιστορίας, Στρατού αναφέρεται ότι το Φεβρουάριο του 1919 συνολικά στον καζά Μάκρης υπήρχαν 1053 μαθητές και 6 εκκλησίες.


Κάποιοι έχουν ψευτοεπισκευάσει κάποια παλιά σπίτια στην άκρη του χωριού όπου μένουν συμπληρώνοντας το εισόδημά τους πουλώντας τουριστικά. Τ΄απομεινάρια του  νοικοκυριού των Λιβισιανών όμως μόνο εκτίθενται δεν πωλούνται.







Εδώ ένα κάπως καλύτερα επισκευασμένο σπίτι στην κάτω πλευρά του χωριού

Για περισσότερα στην wikipedia από 'που μεταφέραμε τα παραπάνω:
και βίντεο